Η υπόθεση Τσαλικίδη, οι υποκλοπές και άλλες ξεχασμένες ιστορίες συγκάλυψης του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου

Η είδηση ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε ομόφωνα την Ελλάδα για παραβίαση του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επειδή δεν διενέργησε επαρκή έρευνα για την υπόθεση του θανάτου του Κώστα Τσαλικίδη, ήρθε να θυμίσει όχι μόνο μια συνταρακτική υπόθεση, αλλά και τις σοβαρότατες του ευθύνες του τότε εισαγγελικού λειτουργού και νυν αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης Δημήτρη Παπαγγελόπουλου.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Υπενθυμίζουμε ότι ο Κώστας Τσαλικίδης, μηχανικός του ΕΜΠ και στέλεχος της εταιρείας Vodafone βρέθηκε νεκρός στις 9 Μαρτίου 2005, κρεμασμένος μέσα στο σπίτι του. Οι επίσημες ελληνικές αρχές θα υποστηρίξουν ότι επρόκειτο για αυτοκτονία, ενώ όλοι οι άνθρωποι του οικογενειακού και φιλικού του περιβάλλοντος θα υποστηρίξουν δεν υπήρχε τίποτα στη ζωή του και στα σχέδια που έκανε για το μέλλον που να παραπέμπει σε αυτό. Αυτό θα οδηγήσει σε σαφείς υπόνοιες ότι επρόκειτο για δολοφονία.

Η υπόθεση των υποκλοπών

Τα κομμάτια του παζλ που στην πραγματικότητα ακυρώνουν την εκδοχή της αυτοκτονίας και παραπέμπουν στην εκδοχή της δολοφονίας θα αρχίζουν να συγκεντρώνονται 11 μήνες μετά, όταν ξεσπά το σκάνδαλο των υποκλοπών. Το Φεβρουάριο του 2006 ο τότε υπουργός Επικρατείας Θ. Ρουσσόπουλος, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Γ. Βουλγαράκης και ο υπουργός Δικαιοσύνης Α. Παπαληγούρας ανακοινώνουν σε συνέντευξη τύπου ότι υπάρχει θέμα υποκλοπών, το οποίο εδώ και 11 μήνες ερευνάται εν κρυπτώ.

Στη συνέντευξη δεν αποκαλύπτουν κάτι το ιδιαίτερο πέραν του ότι ένας μεγάλος αριθμός τηλεφωνικών αριθμών, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που χρησιμοποιούσε ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής παρακολουθούνταν με χρήση ειδικού λογισμού που κατέληγε σε έναν αριθμό από «τηλέφωνα-σκιές» που λειτουργούσαν σε μια περιοχή που εξυπηρετείται από τις κεραίες «Λυκαβητός», «πλατεία Μαβίλη», «πύργος Αθηνών» και «Λευκός Σταυρός», δηλαδή τις κεραίες που εξυπηρετούσαν την αμερικανική πρεσβεία.

Στη συνέντευξη αποκαλύπτεται ότι είχε βρεθεί παράνομο λογισμικό το οποίο είχε αφαιρέσει με πρωτοβουλία του 11 μήνες πριν ο τότε επικεφαλής της Vodafone Hellas Γ. Κορωνιάς. Παρότι οι υπουργοί εξυμνούν τη στάση του, στην πραγματικότητα ήταν μια επιλογή συγκάλυψης της υπόθεσης αφού έτσι αφαιρέθηκαν κρίσιμα ίχνη. Επίσης, όλοι οι ειδικοί εκτιμούν στην πραγματικότητα το λογισμικό παρακολούθησης με τον έναν ή τον άλλο τρόπο παρέμεινε ενεργό.

Η αποκάλυψη αυτή αμέσως οδηγεί την οικογένεια του Τσαλικίδη, που ποτέ δεν πίστεψε την εκδοχή της αυτοκτονίας, να συσχετίσει τις υποθέσεις και να θεωρήσει ότι ο θάνατός του έχει σχέση με την υπόθεση την υποκλοπών. Η υπόθεση Τσαλικίδη έρχεται στη δημοσιότητα.

Σήμερα, ύστερα από σημαντικές έρευνες που έγιναν, με βάση και τις αποκαλύψεις του τέως πράκτορα της αμερικανικής υπηρεσίας NSA Έντουαρντ Σνόουντεν, έχουμε μια πολύ πιο πλήρη εικόνα της υπόθεσης. Γνωρίζουμε, δηλαδή, με βάση συγκεκριμένα έγγραφα, ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες επεδίωκαν σε όσο το δυνατόν περισσότερα τηλεφωνικά συστήματα να εγκαθιστούν λογισμικό που να επιτρέπει να ενεργοποιείται ο μηχανισμός των νομίμων συνακροάσεων. Τεχνικά η δυνατότητα τέτοιων συνακροάσεων υπήρχε μέσα στα σύγχρονα τηλεφωνικά δίκτυα και τα δίκτυα των εταιριών κινητής τηλεφωνίας για να εξυπηρετούνται οι νόμιμες διωκτικές αρχές κάθε χώρας. Όμως, οι Αμερικανοί ήθελαν πάντοτε να έχουν άμεση πληροφόρηση από πρώτο χέρι και για τηλέφωνα για τα οποία οι αρχές της χώρας μάλλον δεν θα έδιναν νόμιμη άδεια. Αυτό που έκαναν –και το έχουν κάνει σε πολλές χώρες– ήταν να εγκαθιστούν παράνομο λογισμικό μέσα στα συστήματα αυτά και να αποκτούν πρόσβαση στο μηχανισμό συνακροάσεων.

Η Αθήνα ήταν ένας κρίσιμος στόχος των αμερικανικών υπηρεσιών, ενώ η προοπτική των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 επιτάχυνε την πίεση προς την ελληνική πλευρά για την ανάγκη πρόσβασης στα δίκτυα. Αντιμέτωποι με διάφορες καθυστερήσεις και προβλήματα οι Αμερικανοί επιλέγουν να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους.

Στις 4 Αυγούστου του 2004, μία σειρά εντολών έκτασης 6.500 γραμμών προστίθενται στον πηγαίο κώδικα του λειτουργικού συστήματος που χρησιμοποιούσε η Vodafone στο δίκτυό της. Κατασκευαστής του λειτουργικού συστήματος είναι η σουηδική εταιρία Ericsson. Με την προσθήκη του παράνομου λογισμικού ενεργοποιείται ένα από τα υποσυστήματα του λειτουργικού, το επονομαζόμενο Lawful Interception (Νόμιμη Συνακρόαση). Το συγκεκριμένο υποσύστημα βρισκόταν στο δίκτυο της Vodafone αλλά ήταν κλειδωμένο και καθώς δεν είχε αγοραστεί η χρήση του από την Ericsson. Η ενεργοποίηση ανοίγει μία γραμμή παρακολούθησης σειράς συνδρομητών της εταιρίας, κρύβοντας όμως σχεδόν κάθε ίχνος αυτής της ενέργειας. Οι υποκλαπείσες συνομιλίες προωθούνται σε 14 κινητά τηλέφωνα-σκιές και πιθανότατα σε ηλεκτρονικούς καταγραφείς δεδομένων.

Μεταγενέστερα δημοσιεύματα που θα επικαλεστούν πηγές των αμερικανικών υπηρεσιών θα υποστηρίξουν ότι αυτή η ενέργεια ήταν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εν γνώσει των ελληνικών αρχών, με την έννοια ότι στο πλαίσιο της «αντιτρομοκρατικής συνεργασίας» είχε δοθεί στην NSA «πράσινο φως» από την ελληνική πλευρά για εκμετάλλευση των δυνατοτήτων παρακολούθησης των δικτύων. Φυσικά οι Αμερικανοί δεν εξήγησαν ότι δεν είχαν σκοπό να παρακολουθούν μόνο «υπόπτους για τρομοκρατία». Πολυπληθές κλιμάκιο της NSA θα έρθει και τελικά θα εγκαταστήσει το λογισμικό.

Πλέον, και ύστερα από μεταγενέστερες έρευνες γνωρίζουμε ότι πρόσωπο κλειδί στο συντονισμό της όλης επιχείρησης θα είναι και ένας ελληνοαμερικανός πράκτορας της CIA o William Basil, η σύζυγος του οποίου θα είναι αυτή που θα αγοράσει ορισμένα από τα κινητά τηλέφωνα-σκιές.

Η αποκάλυψη του παράνομου λογισμικού θα ξεκινήσει όταν στις 24 Ιανουαρίου κάποιος προσπάθησε να περάσει επιπλέον παράνομο λογισμικό στα σύστημα της Vodafone. Αυτό προκαλεί πρόβλημα στο σύστημα και οι τεχνικοί προσπαθούν να το λύσουν, με τη βοήθεια των τεχνικών της Ericsson. Τότε είναι που ο Τσαλικίδης είναι ιδιαίτερα ανήσυχος και λέει ότι πρέπει να παραιτηθεί από την εταιρία. Στην εταιρεία, που αρχίζει και συνειδητοποιεί τι έχει συμβεί και ποιες ευθύνες μπορεί να της αναλογούν επικρατεί μεγάλη ένταση. Τελικά, στις 4 Μαρτίου του 2005 εντοπίζονται τα ίχνη του παράνομου λογισμικού από τους τεχνικούς της Ericsson και στις 7 Μαρτίου απομονώνεται ο κώδικας. Η ένταση στην εταιρία είναι ακόμη μεγαλύτερη. Στις 8 Μαρτίου ο Κορωνιάς δίνει εντολή να σβηστεί ο κώδικας, κίνηση που στην πραγματικότητα ακυρώνει τι δυνατότητες πλήρους διαλεύκανσης της υπόθεσης. Την επόμενη μέρα στις 9 Μαρτίου έχουμε το θάνατο του Τσαλικίδη, χωρίς τίποτα να δείχνει ότι σκεφτόταν την αυτοκτονία. Στις 10 Μαρτίου ο Κορωνιάς ενημερώνει την ελληνική κυβέρνηση.

Ωστόσο, την ημέρα που μαθαίνει η ελληνική κυβέρνηση για το παράνομο λογισμικό συνακροάσεων εκδίδεται και το Προεδρικό Διάταγμα που πλέον επέτρεπε τις νόμιμες συνακροάσεις μέσω των δικτύων τηλεφωνίας. Πλέον τα τυπικά προβλήματα έχουν λυθεί.

Η ελληνική κυβέρνηση αναθέτει στον τότε προϊστάμενο της εισαγγελίας και σημερινό αναπληρωτή δικαιοσύνης Δ. Παπαγγελόπουλο τη διερεύνηση της υπόθεσης των υποκλοπών σε συνεργασία με την ΕΥΠ. Η υπόθεση Τσαλικίδη αφήνεται στην ΕΛΑΣ και καμιά συσχέτιση των υποθέσεων δεν γίνεται. Για κάποιο λόγο που ποτέ δεν εξηγήθηκε, η ΑΔΑΕ (Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών) δεν καλείται να συνδράμει, αν και ήταν η μόνη δημόσια υπηρεσία με τεχνική δυνατότητα να χειριστεί την υπόθεση.

Ο Παπαγγελόπουλος για 11 μήνες διεξάγει έρευνα με απόλυτη μυστικότητα. Δεν συσχετίζει την υπόθεση με την υπόθεση Τσαλικίδη. Δεν ασκεί καμία δίωξη. Στην πραγματικότητα για 11 μήνες αφήνει την υπόθεση στην ΕΥΠ, με αποτέλεσμα να χαθεί κρίσιμος χρόνος και ουσιαστικά η υπόθεση να συγκαλυφθεί. Ακόμη και σήμερα, εκκρεμεί η συσχέτιση των υποθέσεων. Ίσως, γιατί ήταν πολύ δύσκολο για τις ελληνικές αρχές να παραδεχτούν ότι οι μυστικές υπηρεσίες της μεγάλης «συμμάχου» είναι υπεύθυνες για το θάνατο ενός Έλληνα πολίτη.

Η υπόθεση των απαγωγών

Όμως, αυτή δεν ήταν η μόνη υπόθεση στην απόπειρα συγκάλυψης της οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλέκεται ο Παπαγγελόπουλος. Την υπόθεση των απαγωγών Πακιστανών που ζούσαν στην Ελλάδα στο πλαίσιο των διαβόητων ανακρίσεων των αμερικανικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών για την τρομοκρατία. Ο Παπαγγελόπουλος έβαλε τη μήνυση στο σωρό για τουλάχιστον 5 μήνες και χρειάστηκε να πάρει διεθνή δημοσιότητα το θέμα ώστε η μηνυτήρια αναφορά του προέδρου της Πακιστανικής κοινότητας για απαγωγές και ανακρίσεις 25 ομοεθνών του να καταλήξει στην άσκηση δίωξης σε βάρος στελεχών της ΕΥΠ.

Ωστόσο, η ικανότητα του Παπαγγελόπουλου να χειρίζεται υποθέσεις που… δεν κατέληγαν σε διαλεύκανση, όπως και η διάθεσή του να μην φέρει σε δύσκολη θέση τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και των άλλων «συμμαχικών δυνάμεων», εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα βρέθηκε αρχικά το 2006 στη θέση του Εισαγγελέα που επόπτευε την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία και το 2009 για λίγους μήνες στη θέση του Διοικητή της ΕΥΠ. Περιττό να υπογραμμίσουμε ότι η τελευταία θέση σπανίως έχει δοθεί τις τελευταίες δεκαετίες σε πρόσωπο που να μην έχει και την ουσιαστική έγκριση των ΗΠΑ.

Ένα καραμανλικό «δώρο» στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και η καρατόμηση Νικολούδη

Ο Παπαγγελόπουλος εμφανίζεται ξανά ως ένα «καραμανλικό» δώρο στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που τον τοποθετεί αρχικά στη θέση του Γενικού Γραμματέα του υπουργείου Δικαιοσύνης. Άνθρωποι με γνώση των πραγμάτων του δικαστικού χώρου εκτιμούσαν τότε ότι η κυβέρνηση Τσίπρα που μόλις είχε αναλάβει καθήκοντα αναζητούσε με κάθε τρόπο δυνατότητα πρόσβασης στο χώρο της δικαιοσύνης, φοβούμενη τα ισχυρά ερείσματα που είχαν στο χώρο τα κόμματα της αντιπολίτευσης και πρώτα και κύρια η ΝΔ. Ο Παπαγγελόπουλος φάνταζε ιδιαίτερα χρήσιμος έτσι όπως και αργότερα η πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασιλική Θάνου.

Όμως, η κρίσιμη αναβάθμιση του Παπαγγελόπουλου γίνεται το καλοκαίρι του 2015. Μέχρι τότε υποτίθεται η αιχμή του δόρατος της κυβέρνησης για το ζήτημα της διαφθοράς ήταν ο υπουργός Επικρατείας με αρμοδιότητα την καταπολέμηση της διαφθοράς Παναγιώτης Νικολούδης. Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου μέχρι την ανάληψη των υπουργικών καθηκόντων και επικεφαλής της Αρχής για την καταπολέμηση του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, που είχε αποκαλύψει τα στοιχεία 85.000 φυσικών και νομικών προσώπων που είχαν βγάλει λεφτά στο εξωτερικό από το 2010 και μετά, φάνταζε ιδανική επιλογή. Παρότι στη θητεία του δεν θα έχει μεγάλο έργο, όπως άλλωστε και η υπόλοιπη πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα, θα προετοιμάσει δύο νομοσχέδια, ένα για το λαθρεμπόριο καπνού και ένα για το λαθρεμπόριο καυσίμων, που ποτέ δεν έφτασαν στη Βουλή.

Όμως, φαίνεται ότι για την κυβέρνηση ο έμπειρος δικαστικός δεν βόλευε και έτσι προς έκπληξη όλων, λόγω των επαίνων που είχαν συνοδεύσει την επιλογή του, δεν περιλήφθηκε στο κυβερνητικό σχήμα που ανακοινώθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου του 2015. Το χαρτοφυλάκιο της καταπολέμησης της διαφθοράς μεταφέρθηκε στο υπουργείο Δικαιοσύνης και το ανέλαβε, ως αναπληρωτής υπουργός, ο Παπαγγελόπουλος, που ήδη από τον ανασχηματισμό του καλοκαιριού του 2015 (που έγινε μετά τη συμφωνία για το τρίτο μνημόνιο και την εσωτερική ρήξη στο ΣΥΡΙΖΑ) είχε πάρει τη θέση του υφυπουργού Δικαιοσύνης.

Ούτως ή άλλως, ήδη από το καλοκαίρι του 2015 το Μαξίμου προσπαθούσε να ελέγξει το έργο του Νικολούδη, με αποκορύφωμα τη συγκρότηση τον Ιούλιο Επιτροπής για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς. Στη συγκεκριμένη επιτροπή συμμετείχαν, πέραν των αρμόδιων Π. Νικολούδη που προήδρευε (προφανώς εθιμοτυπικά, όπως έδειξαν οι εξελίξεις) και Γ. Βασιλειάδη, τότε γενικού γραμματέα καταπολέμησης της διαφθοράς, κυβερνητικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που ανήκουν στο στενό πρωθυπουργικό περιβάλλον, όπως ο Τρύφων Αλεξιάδης (τότε αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών), ο Παύλος Πολάκης (τότε υφυπουργός Εσωτερικών), ο Δημήτρης Τζανακόπουλος. Επίσης συμμετείχε ο δικηγόρος Μιχάλης Καλογήρου (τότε ειδικός συνεργάτης του υπουργού Επικράτειας Ν. Παππά) που μετεκλογικά προήχθη σε γενικό γραμματέα της κυβέρνησης (στη θέση του Σπύρου Σαγιά). Έπειτα από απαίτηση του Π. Κομμένου στις συνεδριάσεις της επιτροπής παρίστατο και ο Τέρενς Κουίκ προκειμένου να έχουν οι ΑΝΕΛ άμεση πρόσβαση στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Ουσιαστικά, η συγκεκριμένη επιτροπή «φυτεύτηκε» δίπλα στον Π. Νικολούδη ώστε το Μαξίμου να έχει τον απόλυτο έλεγχο των σημαντικών υποθέσεων διαφθοράς και κατ’ επέκταση του χειρισμού τους.

Την ίδια στιγμή, διάχυτες ήταν οι πληροφορίες ότι πέραν της διάθεσης του Μαξίμου να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο στα ζητήματα της «καταπολέμησης της διαφθοράς», άλλωστε είναι η εποχή που διαμορφώνεται η γραμμή «ενάντια στην παλιά διαπλοκή να φτιάξουμε τη νέα διαπλοκή», βασικό ρόλο στην απομάκρυνση Νικολούδη έπαιξε και ο Πάνος Καμμένος, καθώς οι ΑΝΕΛ έδειξαν με διάφορους τρόπους την δυσαρέσκειά τους για τον Νικολούδη, σε αντίθεση με τον Παπαγγελόπουλο.

Ο υπουργός που δεν είδε σκευωρία στην υπόθεση Noor-1

Ο ίδιος ο Παπαγγελόπουλος θα «ανταποδώσει» τη στήριξη που θα του δώσουν οι ΑΝΕΛ στη συζήτηση για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής της Βουλής για την υπόθεση των συνομιλιών Καμμένου με τον ισοβίτη Μάκη Γιαννουσάκη και τον αξιωματικό του Λιμενικού Π. Χριστοφορίδη σχετικά με την υπόθεση Noor-1. Θα είναι αυτός που κατεξοχήν θα υπερασπιστεί όλους τους χειρισμούς Καμμένου, θα επιμείνει ότι δεν υπήρξε απόπειρα επηρεασμού και θα επιμείνει στη διαβόητη θέση ότι «αφού δεν υπάρχει φυσικός αυτουργός, πώς μπορεί να υπάρξει ηθικός αυτουργός;». Και αυτό όταν όλη η ελληνική κοινωνία από το καλοκαίρι απαιτεί να χυθεί άπλετο φως στις αποκαλύψεις ότι ένας υπουργός προσπαθούσε να πείσει έναν ισοβίτη να δώσει τη σωστή «κατάθεση» και ένας αξιωματικός του λιμενικού μετέφερε στον ισοβίτη την εκτίμηση ότι επιχειρηματικά και πολιτικά συμφέροντα ήθελαν να δουν τον Μαρινάκη στη φυλακή για να χτυπηθεί η οικογένεια Μητσοτάκη.

Για άλλη μια φορά, ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος σε αυτό που μάλλον ξέρει καλύτερα να κάνει, δηλαδή να εξασφαλίζει ότι μια υπόθεση τελικά δεν θα διερευνηθεί σε βάθος.