Στο γήπεδο στις δύσκολες ημέρες του μήνα

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Είναι μερικές μέρες το μήνα που το φαγητό δε σε χορταίνει. Που η ψυχούλα σου είναι έτοιμη να σπάσει σε χίλια κομμάτια. Που τρως πακοτίνια μαζί με παγωτό σοκολάτα. Που η νίκη είναι πιο συγκινητική και η ήττα πιο σπαρακτική.

Και τι να κάνουμε, γυναίκες είμαστε. Δεν είμαστε άρρωστες. Πηγαίνουμε στο γήπεδο ακόμα κι εκείνες τις ημέρες του μήνα. Και μια τέτοια πήγα κι εγώ.
Πάνω απ’όλα είμαστε φίλαθλοι.

Και τι φίλαθλοι, ε; Οργανωμένοι. Βέβαια, βέβαια, με τα πατατάκια μας, τους ξηρούς καρπούς, λίγο χυμούλη που κάνει καλό στην υγεία, σοκολάτες, μια γουρνοπ… οκ, το παράκανα τώρα.

Πάντως πήγα γήπεδο με το δισάκι μου.

Και τι το’θελα; Τι να το ήθελα ανάμεσα στους ούνους;

Ξεκινά το ματς. Ένταση, πάθος, κάτι κράμπες στην κερκίδα με τον από πίσω να κλωτσάει το κάθισμα, γιατί άμα είσαι μαλάκας είσαι και πολύ μαλάκας, που συνήθως δε με ενοχλεί -όλα κι όλα, γήπεδο είμαστε, αυτά συμβαίνουν.

Σκάει πρώτη φάση περιποιημένη, ανοίγω τα πατατάκια, εμφανίζεται χέρι διπλανού χαααπ, ώπα, αδερφέ, τι έγινε;
“Αγώνα έχουμε ρε κοπελιά”, μου λέει. “Πολλά νεύρα, ρε, περιμένεις περίοδο;”

Ω, τον χριστ…. Μη μιλήσεις. Δώσε και τα πατατάκια να τα κάνει έμπλαστρο, το γαϊδούρι. έχει κι άλλους τόσο αστείους η μανούλα σου;

Πάμε τώρα στα δικά μας, τι να δω, μου κλωτσάνε τον αρχηγό, παρ’τον κάτω. Όρθια φωνάζω τα πανιά που τον τυλίγανε το μαλάκα τον αμυντικό της αντίπαλης ομάδας, βρίζω τόσο που ένας μπαμπάς έχει πάρει αγκαλιά τον γιο του.

Ας ξανακαθίσω. Σκέφτομαι να δώσω και σοκολάτα στο παιδάκι, αλλά μου έφαγε ο διπλανός τα πατατάκια και πεινάω, οπότε του δίνω τον χυμό. Το πήρε το σκασμένο, έσκασε και χαμογελάκι, αχ, σταμάτα να ου χαμογελάς μικρέ φίλαθλε που μια μέρα σαν εσένα θα είναι εδώ ο γιος μου, που θα το νανουρίζω με συνθήματα και η πρώτη του λέξη θα είναι γκοοοολ…. Συγκινήθηκα, κόμπος στον λαιμό.

Και μιας και είπαμε γκοοοολ, μας έβαλαν γκολ κι ο διπλανός που μου έφαγε τα πατατάκια ουρλιάζει στον αντίπαλο επιθετικό κάτι κακίες… Κάτι αντιαθλητικά! Μεγάλη ντροπή νιώθω και λίγο λυπάμαι το παιδί που σκόραρε, δηλαδή πώς μπορεί να νιώθει άμα τον ακούει; Λες κι έκανε κάτι κακό κι ο καημένος. Ο δε τερματοφύλακάς μας έχει βαλαντώσει. Οκ, βούρκωσα.

Ανοίγω τη σοκολάτα, να πούμε σε αυτό το σημείο ότι είναι μπροστά μου κάτι έφηβοι που κάνουν την -οσονούπω- νόμιμη φαρμακευτική κάνναβη και ζαχαρώνουν τη σοκολατίτσα, την δικιά μου σοκολατίτσα και τι να τα κάνω; Λες κι εμείς δεν υπήρξαμε νέοι και ανέμελοι; Σε καλό τους τα σκασμένα, πάει κι η σοκολάτα.

Ώπα, ώπα, ώπα! Πού πας, ρε τραγί, πού πας, ρε κατσαπλιά, που τα κρι κρι στην Κρήτη καλύτεροι είναι από εσένα, ρε, πας καλά; 10 ώρες να αποφασίσεις τι θα γίνει με την φάση;

Στο εφτάρι μας μιλάω.

Κι ο άλλος ο ταρταρούγας με τα σατέν και την χωρίστρα, έλα στην άκρη, ρε φλώρε, ανακατεύεσαι στα πόδια των παιδιών, ρε, υπερασπίζεσαι εσύ των αθλητισμό, ρε χομπίστα;

Στον διαιτητή μιλάω.

Τι, τι έγινε, πάμε, πάμε, κάνε παιχνίδι αστέρι μου (το εφτάρι που έβριζα πριν είναι το αστέρι μου), τι κάνεις ρε, έβαλαν αυτοκοοοοοολ! Ισοπαλία!

Τι ευτυχία, Χριστούλη μου!

Αλλά με αυτογκόλ κι ο καημένος ο αντίπαλος που το έβαλε είναι ένα αγοράκι 19 χρονών, φαντάσου πώς θα νιώθει το καημένο.

Εν τω μεταξύ πείνασα και κάνει και κρύο κι είναι και οι ούνοι να με ρωτάνε αν έχω μαζί μου άλλο φαγητό. Φαγητό δεν έχει, παυσίπονα αν θέλετε.

Τι τα θες, τι τα γυρεύεις βάλαμε και δεύτερο γκολ. Τι; Βάλαμε και δεύτερο γκολ; ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΛ! ΓΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΛ!

Γκολ. ρε παιδιά, γκολ στο 88 και το γήπεδο να τρίζει και να αγκαλιαόμαστε και δεν θέλει και πολύ τώρα τα έμπηξα. Μια κοπέλα πρέπει να έχει καταλάβει και μου χαμογελάει, τι να κάνεις, είμαστε φίλαθλοι και στις καλές και στις ζόρικες τις μέρες.

Αλλά ματσάρα.

Κι ο τύπος που τον έβρισα για τα πατατάκια με πήρε αγκαλιά και μου είπε “Κοπέλα μου, εσύ την αγαπάς πολύ την ομάδα”.

Οπότε όλα έγιναν αυτομάτως υπέροχα.