Πώς ο «Τίγρης» έφαγε τις σάρκες της Aegean Marine Petroleum

Όταν ιστοσελίδες που απευθύνονται σε επενδυτές προβλέπουν ακόμη και αποπομπή της Aegean Marine Petroleum Network από το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, γίνεται σαφές ότι τα πράγματα γίνονται πραγματικά δύσκολα για τον Δημήτρη Μελισσανίδη και μία από τις σημαντικότερες εταιρείες συμφερόντων του.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Ο Alex Henrik, οικονομικός blogger με εξειδίκευση στα ναυτιλιακά, δεν μασάει τα λόγια του στο blog seekingalpha.com. Οι επενδυτές δεν πρέπει να αγοράσουν τίτλους της Aegean παρά μόνο εάν κάνουν κερδοσκοπικές τοποθετήσεις υψηλού ρίσκου, δηλαδή εάν είναι διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουν την πιθανότητα.

Ο Χένρικ επαναλαμβάνει εδώ μια ιστορία που την έχουμε καταγράψει και εμείς. Αρχικά, η επενδυτική κοινότητα αντέδρασε θετικά στην είδηση ότι ο Μελισσανίδης αποχωρούσε από την εταιρεία το 2016. Όμως, αργότερα τα πράγματα άρχισαν να μην πηγαίνουν και τόσο καλά, ιδίως από τη στιγμή που στις αρχές του 2018 ανακοινώθηκε η πρόθεση αγοράς της HEC, της εταιρείας διαχείρισης αποβλήτων συμφερόντων Μελισσανίδη, με όρους ιδιαίτερα προβληματικούς. Όχι μόνο η διαδικασία της αγοράς έναντι μετοχών της εταιρείας θα έδινε ξανά στον Μελισσανίδη τον έλεγχο της Aegean αλλά ταυτόχρονα στη συναλλαγή θα περιλαμβάνονταν και 200 εκατομμύρια απαιτήσεων της Aegean  που η ίδια η εταιρεία παραδεχόταν στην τηλεδιάσκεψη με επενδυτές ότι δεν μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην πιστοληπτική της βάση.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η αγωγή που κατατέθηκε από τη μεριά μερίδας επενδυτών με επικεφαλής τη Sentinel Rock Capital στο αρμόδιο δικαστήριο (Southern District of New York) στην οποία κατηγορούσαν ουσιαστικά την Aegean ότι προχωρούσε σε μια συμφωνία που «θα γέμιζε τις τσέπες» του ιδρυτή της και θα μπλόκαρε την προσπάθεια των επενδυτών να εκλέξουν μέλη στο ΔΣ.

Τελικά, όπως είναι γνωστό η Aegean  αποφάσισε να ακυρώσει τη συμφωνία και να ορίσει τρία μέλη του διοικητικού συμβουλίου από τη μεριά των επενδυτών. Η νέα διοίκηση ανακοίνωσε ότι προχωρά σε αναδιάρθρωση της εταιρείας και ενδελεχή έλεγχο της πραγματικής οικονομικής της κατάστασης, ενώ διέκοψε τη συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών που διατηρούσε ακόμη με τον Μελισσανίδη.

Τμήμα αυτού του ελέγχου ήταν και διαπίστωση ότι 200 εκατομμύρια δολάρια που εμφανίζονταν ως εισπρακτέα στην πραγματικότητα έπρεπε να διαγραφούν από τους λογαριασμούς της εταιρείας, αφού οι συναλλαγές από τις οποίες υποτίθεται ότι προέκυπταν δεν είχαν υπόσταση. Μάλιστα, ένας αριθμός στελεχών της Aegean τέθηκαν σε διαθεσιμότητα μέχρις ότου ολοκληρωθεί ο έλεγχος ενώ ενημερώθηκαν η αμερικανική επιτροπή κεφαλαιαγοράς (SEC) και οι αρμόδιες αμερικανικές δικαστικές αρχές.

Όπως παρατηρεί ο Χένρικ το γεγονός ότι μάλλον δεν ήταν σύμπτωση ότι αυτά τα εισπρακτέα 200 εκατομμύρια δολάρια (που στην πραγματικότητα δεν ήταν εισπρακτέα) πήγαν να συμπεριληφθούν στη συναλλαγή αγοράς της HEC. Δηλαδή, ο Μελισσανίδης θα αποκτούσε ξανά τον έλεγχο της εταιρείας μέσα από μια συναλλαγή στην οποία θα εμφανίζονταν εισπρακτέα ποσά τα οποία απλώς δεν υπήρχαν.

Όταν, όμως, μια εταιρεία ανακοινώνει ότι διαγράφει το 30% των εισπρακτέων ποσών της επόμενο είναι οι επενδυτές να αντιδράσουν αρνητικά, να επέλθει πανικός και κάποια στιγμή η Aegean βρέθηκε με χρηματιστηριακή αποτίμηση μόλις 30 εκατομμυρίων δολαρίων. Αυτό δημιουργεί σοβαρά προβλήματα σε μια εταιρεία που για να λειτουργήσει χρειάζεται διαρκείς πιστοληπτικές ροές και τώρα κινδυνεύει η συνολική της αποτίμηση να πέσει κάτω  από το όριο των 410 εκατομμυρίων δολαρίων. Γι’ αυτό το σχόλιο του Χένρικ έχει τη μορφή ενός ερωτήματος εάν «άφησε καθόλου σάρκες ο “Τίγρης” στο κουφάρι της εταιρείας».

Επιπλέον, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος επισημαίνει ο Χένρικ η εταιρεία να βρεθεί εκτός συναλλαγών στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης –ένα τεράστιο χτύπημα ως προς την ικανότητά της να αντλεί κεφάλαια – ακριβώς επειδή αυτό προβλέπεται σε περιπτώσεις που σε μια εταιρεία υπάρχουν υπόνοιες παρανομιών ή απάτης.

Εκτιμά, επίσης, ο αναλυτής ότι η εταιρεία έχει να αντιμετωπίσει και άλλα σημαντικά έξοδα είτε εξαιτίας ομαδικών αγωγών εναντίον της είτε εξαιτίας των ελέγχων από τις αμερικανικές αρχές (την επιτροπή κεφαλαιαγοράς και το υπουργείο Δικαιοσύνης). Αυτό σημαίνει ότι παρά την σημαντική αξία των περιουσιακών στοιχείων της, όπως για παράδειγμα του στόλου της, θα μπορούσε να βρεθεί σε δύσκολη θέση και στα όρια της χρεοκοπίας.

Ο Χένρικ εκτιμά ότι μπορούν οι επενδυτές να συνεχίσουν στο δρόμο της αναδιάρθρωσης της εταιρείας όπως και της παροχής νέων κεφαλαίων σε αυτήν, όμως, αυτό θα σημαίνει ακόμη μεγαλύτερες απώλειες αρχικά για τους νυν μετόχους που θα δουν το ποσοστό τους να μειώνεται. Εκτιμά, ταυτόχρονα, ότι ο Μελισσανίδης δεν πρόκειται να αναλάβει τις ευθύνες του και στην πραγματικότητα θα χρειαστεί καιρός και δικαστικές διαμάχες για να μπουν τα πράγματα σε τάξη.

Γι’ αυτό το λόγο και ο Χένρικ παραμένει επιφυλακτικός ως προς τη δυνατότητα της εταιρείας να αντέξει την «τέλεια θύελλα» που αντιμετωπίζει και κατά συνέπεια δεν συνιστά την αγορά της μετοχής της.