Ένα ταξίδι, μια σκευωρία και η χαμένη τιμή των θεσμών

Οι αποκαλύψεις για το ταξίδι της εισαγγελέως Τζίβα και του αξιωματικού του Λιμενικού Χριστοφορίδη στην Ιαπωνία έρχονται να υπενθυμίσουν το πώς στήθηκε μια ολόκληρη μεθόδευση για την υπόθεση Noor-1

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Δικαίωμα του καθενός και της καθεμιάς να πηγαίνει ταξίδια στην Ιαπωνία με όποιον θέλει. Όταν, όμως, ένα τέτοιο ταξίδι (που δεν είναι ακριβώς και «ταξιδάκι) το κάνουν δύο πρόσωπα που υποτίθεται ότι είχαν μέχρι τώρα απλώς υπηρεσιακή σχέση, που υποτίθεται ότι απλώς από διαφορετικούς υπηρεσιακούς δρόμους βρέθηκαν να διαχειρίζονται μια από τις πιο πολύκροτες δικαστικές υποθέσεις των τελευταίων ετών, τότε τα πράγματα είναι σοβαρά και από ορισμένες περιπτώσεις επικίνδυνα.

Το ποιος είναι ο Χριστοφορίδης φάνηκε στις συνομιλίες του με τον ισοβίτη Μάκη Γιαννουσάκη που εγώ πρώτος αποκάλυψα πριν από περίπου ένα χρόνο. Εκεί ένας ανακριτικός υπάλληλος ακούγεται να πιέζει ένα καταδικασμένο σε ισόβια κρατούμενο να δώσει μια κατάθεση που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση να διωχθεί ο Βαγγέλης Μαρινάκης είναι προειλημμένη με σκοπό να χτυπηθεί η οικογένεια Μητσοτάκη.

Από τη μεριά της η κ. Τζίβα καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι βρέθηκε σε αυτή την υπόθεση να χειρίζεται μια δικογραφία σχετική με το Noor-1 παρότι για την ίδια υπόθεση ήταν και είναι σε εξέλιξη κύρια ανάκριση που μάλιστα πρόσφατα άσκησε δίωξη κατά των Τούρκων χρηματοδοτών του φορτίου. Δηλαδή, της ανατέθηκε μια δικογραφία επειδή θεωρήθηκε ότι η κανονική ανάκριση, αυτή που εξέταζε τα πραγματικά στοιχεία, δεν έφερνε το επιθυμητό αποτέλεσμα που δεν είναι άλλο από να ασκηθεί δίωξη στον Βαγγέλη Μαρινάκη, ώστε αυτός να βρεθεί σε παρατεταμένη δικαστική ομηρία.

Αντίθετα, η κ. Τζίβα έδειξε όλη την απαραίτητη προθυμία να ακολουθήσει ένα προκατασκευασμένο αφήγημα, το οποίο είχε πρώτα ανακοινωθεί κατ’ επανάληψη από εκπομπές και δημοσιεύματα, και να θεωρήσει ότι παραστατικά για νόμιμες ναυτιλιακές συναλλαγές αποτελούν ένδειξη ότι ο Μαρινάκης είναι πίσω από την υπόθεση. Και μάλιστα ήταν τέτοιος ο ζήλος της που ζήτησε μάλιστα και να απαγορευτεί η έξοδος του από τη χώρα, αίτημα που το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο δεν έκανε δεκτό, σε μια απόφαση που έδειξε ότι σημαντική μερίδα της δικαιοσύνης δεν είναι ακριβώς πεπεισμένη για αυτό το αφήγημα και δεν συμμερίζεται τη γνώμη της για τις «αποχρώσες ενδείξεις».

Και τώρα μαθαίνουμε ότι η σχέση του ανακριτικού υπαλλήλου που προσπάθησε να «πάρει τη σωστή κατάθεση» και της δικαστικού που άσκησε τη «σωστή δίωξη», αυτή που επιτρέπει στην κυβέρνηση και στο γραφείο τύπου του πρωθυπουργού να μιλούν για «υπόδικο» και να χτυπούν τη ΝΔ για αυτό, δεν είναι απλώς υπηρεσιακή.

Να το πω πολύ απλά, το πρόβλημα δεν είναι η όποια φιλία ή προσωπική γνωριμία. Το πρόβλημα είναι η διαπίστωση ότι γύρω από αυτή την υπόθεση ουσιαστικά δεν λειτουργούν θεσμοί, με τους μηχανισμούς ελέγχου και τις ισορροπίες που αυτό συνεπάγεται, τις εγγυήσεις ότι υπάρχει όντως κράτος δικαίου. Το πρόβλημα είναι ότι την υπόθεση αυτή τη χειρίζεται μια στενή ομάδα, με δεσμούς και δεσμεύσεις που δεν αναλογούν σε αυτό που θα περιγράφαμε ως εύτακτη λειτουργία των θεσμών. Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιου είδους χειρισμοί και τέτοια «παράλληλα» κυκλώματα, πέραν από την κανονική υπηρεσιακή διαδικασία, παραπέμπουν σε μεθόδευση, σε χειρισμό, σε προκατασκευασμένα αφηγήματα και σε σκευωρίες.

Και όταν όλα αυτά συναντώνται μια κυβέρνηση που έχει δείξει ότι δεν έχει πρόβλημα να βαδίσει στο δρόμο του κυνισμού για να συγκαλύψει το γεγονός ότι σε κανένα βαθμό δεν εφαρμόζει πιο αριστερή πολιτική από αυτή που θα εφάρμοζε η ΝΔ, τότε τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα. Όχι μόνο, ούτε και κυρίως, επειδή πολιτική αντιπαράθεση πρέπει να γίνεται με πολιτικές θέσεις και πράξεις και όχι με κατασκευασμένες κατηγορίες, αλλά επειδή όλα αυτά δηλητηριάζουν το δημόσιο βίο, εθίζουν την κοινωνία στην αντίληψη ότι «όλοι το ίδιο διεφθαρμένοι είναι», προετοιμάζοντας το έδαφος για τις απόψεις της ακροδεξιάς.