Δεν φταίνε οι «Πλατείες» για το φασισμό

Για την επίθεση στον Γιάννη Μπουτάρη δεν φταίνε οι «Αγανακτισμένοι». Ο φασισμός φταίει και αυτοί που τον τροφοδοτούν.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Βγήκαν αρκετοί αυτές τις μέρες και υποστήριξαν ότι για την επίθεση που δέχτηκε από φασίστες τραμπούκους ο Γιάννης Μπουτάρης φταίνε… οι Πλατείες των «Αγανακτισμένων».

Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, στις «Πλατείες» ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, «καθοδηγημένο» από έναν άκρατο λαϊκισμό, επιτέθηκε συλλήβδην στο πολιτικό σύστημα, υπονομεύοντας τους δημοκρατικούς θεσμούς και διαμορφώνοντας ευνοϊκό κλίμα για την άνοδο της ακροδεξιάς.

Υποστηρίζουν αρκετοί ότι από τα συνθήματα εναντίον όλων των πολιτικών που ακούγονταν, ιδίως στην «Πάνω Πλατεία», μέχρι τους τραμπουκισμούς εναντίον του Μπουτάρη, η απόσταση είναι μικρή.

Διαφωνώ με αυτή την εκτίμηση. Όχι γιατί στις «Πλατείες» δεν υπήρχαν ακροδεξιά στοιχεία, που συχνά επέβαλαν τα ιδιαίτερα συνθήματα και τη ρητορική τους. Είναι προφανές ότι ένα σημαντικό μέρος της δυσαρέσκειας ενάντια στα μνημόνια, όχι όμως πλειοψηφικό, κατευθύνθηκε και προς την άκρα δεξιά, τροφοδοτώντας και την άνοδο της Χρυσής Αυγής.

Διαφωνώ για δύο βασικούς λόγους.

Ο πρώτος είναι ότι οι Πλατείες δεν γεννήθηκαν από το πουθενά. Γεννήθηκαν επειδή η μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας είδε κυριολεκτικά το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της.

Είδε να χάνει μισθούς, συντάξεις, σπίτια, μαγαζιά. Χωρίς να φταίει η ίδια, αλλά επειδή ένα ολόκληρο πολιτικό και οικονομικό σύστημα έκανε πάρτι τα περασμένα χρόνια, σε βάρος της, και επειδή η «Ενωμένη Ευρώπη» αποδείχτηκε κατώτερη των περιστάσεων στην πρώτη μεγάλη δοκιμασία. Μπορεί να μην πάντα ο καλύτερος τρόπος που εκφράστηκε αυτή η αγανάκτηση, αλλά ήταν δικαιολογημένη.

Και αυτό με φέρνει στο δεύτερο λόγο. Σήμερα, διάφοροι προσπαθούν να ξαναγράψουν την ιστορία και καταγγέλλοντας τις «Πλατείες» ως μήτρα της ακροδεξιάς, πρακτικά να δικαιώσουν την επιλογή τους να φέρουν την Τρόικα και να εφαρμόσουν τα Μνημόνια.

Στην πραγματικότητα, είναι μια παραλλαγή του «μαζί τα φάγαμε» που είχε κυνικά πει ο Πάγκαλος. Όμως, όπως δεν τα «φάγαμε μαζί» έτσι δεν έχουμε και την ίδια ευθύνη για όσα έγιναν τότε.

Ούτε βέβαια πρέπει να ξεχνάμε ότι τις ακροδεξιές πρακτικές που τώρα όλοι καταγγέλλουν, κάποτε τις εξέθρεψαν. Κάποτε, αντί να μιλούν για τη λιτότητα τα κανάλια προτιμούσαν να μιλούν για την «εγκληματικότητα των ξένων» και να τροφοδοτούν το ρατσισμό και αντί να φωνάζουν εργαζομένους να μιλήσουν για τη λιτότητα, οι τηλεπαρουσιαστές προτιμούσαν να κάνουν αγιογραφίες του Μιχαλολιάκου. Αλλά και σήμερα, ας θυμηθούμε πώς προβλήθηκαν τα συλλαλητήρια για «ονοματολογικό» που έδωσαν ξανά νομιμοποίηση στους φασίστες.

Και για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Αυτό ζήσαμε μετά την επιβολή των μνημονίων δεν ήταν «ανομία» ούτε «παραβατικότητα». Κοινωνική έκρηξη ήταν. Αντιφατική (γιατί αντιφατική είναι και η κοινωνία) αλλά δικαιολογημένη.

Που κατάφερε να φέρει μεγάλες και αρχικά τουλάχιστον ελπιδοφόρες ανατροπές στο πολιτικό σκηνικό. Ότι δεν δικαιώθηκε τελικά αυτή η κοινωνική δυναμική, αφορά το πολιτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της «κυβερνώσας αριστεράς». Δεν αφορά τον κόσμο που αγωνίστηκε.

Αντίθετα, ήταν η μη δικαίωση αυτής της ελπίδας και η παράταση της «μνημονιακής κανονικότητας» που τελικά έκανε να υποχωρήσει η αγωνιστικότητα και να κυριαρχήσει ξανά ο κυνισμός και η μεμψιμοιρία, δηλαδή το καλύτερο έδαφος για να ξαναβρεί απήχηση ο φασισμός.

Επομένως, δεν μας φταίνε οι Πλατείες. Ούτε η αγανάκτηση. Μας φταίει ότι ζούμε σε μια χώρα που στερείται καιρό πια κάθε ελπίδας ότι τα πράγματα μπορούν να πάνε πραγματικά καλύτερα, όπου δεξιά και αριστερά διαγκωνίζονται για το ποιος θα εφαρμόσει το ίδιο πρόγραμμα, όπου οι άνθρωποι χάνουν την εμπιστοσύνη στη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη και όπου φιλόδοξοι πολιτικοί, κυνικοί δημοσιογράφοι, ποδοσφαιρικοί παράγοντες άμεσα ή έμμεσα προωθούν με διάφορες αφορμές την ατζέντα της ακροδεξιάς, που τη βαφτίζουν «πατριωτισμό» ή «υπεράσπιση των παραδοσιακών αξιών».

Αυτοί εξοπλίζουν τους τραμπούκους, ακόμη και εάν μετά «καταδικάζουν τη βία από όπου και εάν προέρχεται».