Εκτραχηλισμός της δημόσιας συζήτησης με ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ

O Βαγγέλης Μαρινάκης με τη δήλωσή του έβαλε αρκετά πράγματα στη θέση τους. Η κυβέρνηση επιμένει να κατασκευάζει φανταστικές συνωμοσίες και «μαύρα μέτωπα» για να συγκαλύψει τα αδιέξοδά της.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Η δήλωση του Βαγγέλη Μαρινάκη ήταν αναμενόμενη. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν και καθυστερημένη. Γιατί από καιρό χρειάζονταν να μπουν κάποια πράγματα στη θέση τους.

Και εάν έχει σκοπό να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καλά θα κάνει, μπας και καταλάβουν διάφοροι υπουργοί ότι με κάποια πράγματα δεν παίζουμε.

Η κυβέρνηση μετά από αυτή τη δήλωση, που ξεκαθάρισε τα πράγματα, θα έπρεπε να ασχοληθεί με άλλα θέματα, πολύ πιο σοβαρά.

Παρ’ όλα αυτά η κυβέρνηση επέλεξε να κλιμακώσει την επίθεση κατηγορώντας ούτε λίγο ούτε πολύ τον Βαγγέλη Μαρινάκη, που μόλις δήλωσε ότι δεν έχει σχέση με τη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ότι… ηγείται του «Μαύρου Μετώπου» και καθοδηγεί τη Νέα Δημοκρατία.

Γίνεται σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με μια κυβέρνηση που έχει ανάγει σε επιστήμη το να απαντά στα δικά της προβλήματα με το να κατηγορεί όλους τους άλλους εκτός από την ίδια και να απαντά στα δικά της αδιέξοδα με επιθέσεις σε όλους τους άλλους.

Και η κυβέρνηση έχει αρκετά προβλήματα ομολογουμένως. Η έξοδος από τα μνημόνια δεν σημαίνει έξοδο από τη λιτότητα και ετοιμάζεται να πάει σε εκλογές με νέα αντιλαϊκά μέτρα.

Τα εθνικά θέματα είναι σε δύσκολη φάση και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας νομίζει ότι είναι νέος Κολοκοτρώνης, την ίδια ώρα που συχνά οι «σύμμαχοι» κάνουν παζάρια στην πλάτη μας. Η κοινωνία σιωπά, αλλά είναι πιθανό αυτή η σιωπή να εγκυμονεί εκρήξεις.

Παρότι ο μεγαλύτερος εχθρός της είναι ο ίδιος της ο εαυτός, αυτή η κυβέρνηση κυρίως προσπαθεί να κατασκευάσει εχθρούς. Να δίνει την εντύπωση ότι την απειλούν τα «συμφέροντα», ότι συγκρούεται με την «ολιγαρχία». Ότι δεν είναι σαν την ΝΔ που είναι με τους Μαρινάκηδες.

Βεβαίως την ίδια ώρα αυτή η κυβέρνηση κάνει κάθε δυνατή εξυπηρέτηση στις γερμανικές και ελληνικές επιχειρήσεις που έχουν πάρει τα αεροδρόμια, στους Ιταλούς που έχουν πάρει τα τρένα, στις εμπορικές αλυσίδες που θέλουν να καταργήσουν την Κυριακή αργία, στην οικογένεια Λάτση για το Ελληνικό, στα ξένα fund που έχουν μπει στις Τράπεζες, στον Ιβάν Σαββίδη που κάποτε δεν πήρε το Mega γιατί δεν ήταν βέβαιος για τη μελλοντική του κερδοφορία, αλλά υποστηρίζει ότι πήρε τη ΣΕΚΑΠ δεν ήξερε ότι είχε ανοιχτή υπόθεση λαθρεμπορίου με πιθανά πρόστιμα και τώρα θέλει να του τα σβήσουν (όπως και να του στείλουν την «κούπα» που δικαιούται στην Τούμπα με κούριερ).

Και εδώ η υποκρισία αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Η κυβέρνηση Τσίπρα συνομίλησε με τον Μαρινάκη, για την ακρίβεια συνομιλούσε μαζί του μέχρι σχετικά πρόσφατα.

Αυτό ξεκίνησε πριν γίνει κυβέρνηση (θυμάται κανείς εκείνη την τυχαία συνάντηση της Δούρου με τον Μαρινάκη, παραμονές των δημοτικών εκλογών;) και συνεχίστηκε μετά. Και βεβαίως το να μιλούν οι κυβερνήσεις με επιχειρηματία, ιδίως όταν αυτό αφορά επενδύσεις και πιθανή δημιουργία θέσεων απασχόλησης καλό είναι.

Πρόβλημα είναι να συνομιλούν οι κυβερνήσεις με επιχειρηματίες επειδή αναζητούν χορηγό για την προεκλογική τους εκστρατεία.

Ο Μαρινάκης δεν είχε πρόβλημα να συνομιλεί με την κυβέρνηση γιατί θεωρούσε ότι οι επιχειρηματίες πρέπει να συνομιλούν με την κυβέρνηση, ιδίως όταν δεν ζητούν «ειδική μεταχείριση» αλλά δυνατότητες να επενδύσουν.

Η κυβέρνηση ξέρει πολύ καλά ποιος είναι ο Μαρινάκης. Ήταν οι δικοί της ελεγκτικοί μηχανισμοί που το 2016 έλεγξαν τα οικονομικά του Μαρινάκη και την προέλευση των πόρων του κατά τον αποτυχημένο διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες και έκριναν ότι μπορούσε να πάρει μία από αυτές.

Κοινώς έκρινε ότι ούτε απατεώνας είναι, ούτε λαθρέμπορος και ότι όλα του τα κεφάλαια έχουν νόμιμη προέλευση..

Ο Μαρινάκης σε όλες αυτές τις κινήσεις του, όπως και κατά την αγορά των περιουσιακών στοιχείων του ΔΟΛ, έκανε πάντα σαφές προς την κυβέρνηση ότι η είσοδός του στα ΜΜΕ δεν θα γίνει με όρους «αντιΣΥΡΙΖΑ» αλλά με επιμονή σε ένα πολιτικό fair play.

Και η αλήθεια είναι ότι για ένα διάστημα η διάθεση της κυβέρνησης ήταν να πάει σε μια τέτοια κατεύθυνση. Αυτό, όμως, δεν άρεσε σε όσα κέντρα επέμεναν σε μια κατεύθυνση πολιτικής εκμετάλλευσης του «προκατασκευασμένου αφηγήματος» για το Noor-1.

Γι’ αυτό και σε μια κρίσιμη στιγμή «ξαναζεστάθηκε» η ιστορία, με πρακτικές και μεθοδεύσεις που παραπέμπουν ανοιχτά σε σκευωρία, όπως φάνηκε όταν ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2017 η προσπάθεια να στηθεί δίωξη, στη βάση «στοιχείων» που ήταν γνωστά από το 2015, όπως και γνωστό ήταν ότι δεν «έδεναν» υπόθεση, οι πιέσεις να δώσει ο ισοβίτης Γιαννουσάκης τη σωστή κατάθεση και τελικά οι μεθοδεύσεις με την «παράλληλη» δικογραφία της κ. Τζίβα.

Και τώρα έρχεται ουσιαστικά το ίδιο το Μαξίμου, ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας να πάρει την υπόθεση στα χέρια του. Όχι για να μαζέψει τον Πάνο Καμμένο και τον Σταύρο Κοντονή, αλλά για πάρει ο ίδιος επάνω του την πολιτική εκμετάλλευση του στημένου αφηγήματος.

Ότι το κάνει για καθαρά προεκλογικούς λόγους, με μια λογική προσφοράς «θεάματος» σύγκρουσης με τη διαπλοκή, δεν αναιρεί τα προβλήματα που δημιουργεί και τις μεγάλες ευθύνες που αναλαμβάνει.

Και ποιες είναι οι μεγάλες ευθύνες που αναλαμβάνει ο Αλέξης Τσίπρας;

Πρώτον, νομιμοποιεί τη δυνατότητα επιχειρηματικών συμφερόντων να «εργαλειοποιούν» τις κυβερνήσεις στις δικές τους ιδιοτελείς αντιπαραθέσεις, γιατί μπορεί να κατηγορεί τη ΝΔ όμως στην πραγματικότητα αυτός αποφασίζει να κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση εργαλείο ενός επιχειρηματικού πολέμου.

Δεύτερον, εκ των πραγμάτων επιδιώκει τη χειραγώγηση της δικαιοσύνης με τρόπο που παραβιάζει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, γιατί αυτό κάνει όταν ως πρωθυπουργός δεν σέβεται το τεκμήριο αθωότητας και εμμέσως πλην σαφής ασκεί πίεση στους δικαστές να ακολουθήσουν τις δικές του προτροπές.

Τρίτον, αντί να κάνει πολιτική αντιπαράθεση πάνω σε ζητήματα αρχών και προγραμμάτων, απλώς κατηγορεί την αντιπολίτευση ότι καθοδηγείται από επιχειρηματία και έτσι εθίζει την κοινή γνώμη σε μια εικόνα ότι κυβερνήσεις και κόμματα είναι σε μια διαρκή συναλλαγή, που περιλαμβάνει εξυπηρετήσεις, κόντρες, εμπλοκή σε ανταγωνισμούς, εικόνα που τελικά καταλήγει όχι στο «ηθικό πλεονέκτημα» της Αριστεράς, αλλά στο ακριβώς αντίθετο: στη λογική του «όλοι ίδιοι είναι», που σε τελική ανάλυση μόνο την ακροδεξιά εξυπηρετεί.

Ο Αλέξης Τσίπρας πιστεύει ότι αυτή τη στιγμή κερδίζει επικοινωνιακά. Στην πραγματικότητα όμως παίρνει την ευθύνη για έναν εκτραχηλισμό της πολιτικής συζήτησης με απρόβλεπτες επιπτώσεις.