Μάκης: Η δημοσιογραφία ως προληπτική τρομοκράτηση και οι θεωρίες συνωμοσίας… από τα Lidl.

Ο Τριανταφυλλόπουλος συνεχίζει στο ρόλο πιστολέρο - πινόκιο. Την ώρα που φαίνεται ότι η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης Noor-1 μπαίνει στις πραγματικές διαστάσεις, κάποιοι επιδίδονται στο αγαπημένο τους σπορ του προκαταβολικού character assassination όσων δεν συμμορφώνονται στο προκατασκευασμένο αφήγημα.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος δεν διεκδικεί απλώς το πρωτείο ως προς τις σε βάρος του καταδικαστικές αποφάσεις  και αγωγές. Έχει περάσει στην ιστορία των ελληνικών ΜΜΕ ως ο άνθρωπος που με τον πιο κυνικό τρόπο επέλεξε τη δημόσια διαπόμπευση ανθρώπων, χωρίς στοιχεία, απλώς και μόνο για αυξήσει τις ακροαματικότητές του.

Αρκεί να θυμηθεί κανείς για τον αποτυχημένο σκιτσογράφο:

Ότι το 1996 ένας 36χρονος αστυφύλακας πυροβόλησε την 30χρονη φίλη του και μετά αυτοκτόνησε. Είχε προηγηθεί ρεπορτάζ του Μάκη (14/3/96), όπου παρουσιάστηκε η γυναίκα αυτή και κατηγόρησε τους υπεύθυνους του κέντρου «Μητέρα» ότι ήθελαν να της πάρουν τα παιδιά, ενώ κάποια στιγμή αναφέρθηκε και στον δεσμό της με τον αστυφύλακα.

Ότι ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος προχώρησε στη χωρίς προηγούμενο συκοφάντηση και σπίλωση του Στέφανου Κορκολή, υπόθεση για την οποία τιμωρήθηκε από το ΕΣΡ.

Ότι ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος πρόβαλε αποσπάσματα από το προσωπικό ημερολόγιο του Μιχάλη Ασλάνη χωρίς τη θέληση του τελευταίο, παραβιάζοντας κάθε έννοια προστασίας της προσωπικής ζωής.

Ότι υπήρξε ο πρωταθλητής της «κρυφής κάμερας» κατά παράβαση κάθε νομιμότητας

Ότι έχει συκοφαντήσει (και καταδικαστεί γι’ αυτό) υπουργούς, βουλευτές, καθηγητές και δεν έχει διστάσει να διαπομπεύσει πολίτες που έτυχε να περιλαμβάνονται στο ρεπορτάζ του.

Ότι το 2014 ήταν ο υπεύθυνος για τον πρωτοφανούς χυδαιότητας ωμό εκβιασμό από τηλεοράσεως του Γαβριήλ Σακελλαρίδη, τότε υποψήφιου δημάρχου με τον ΣΥΡΙΖΑ στο Δήμο της Αθήνας.

Αυτός είναι ο Τριανταφυλλόπουλος και αυτή τη διαδρομή αποκαλεί δημοσιογραφία. Με μερικά παραδείγματα.

Το τελευταίο διάστημα έχει πάρει εργολαβία την αναπαραγωγή ενός προκατασκευασμένου αφηγήματος για την υπόθεση Noor-1. Σε αυτό το πλαίσιο, αποφάσισε να χτυπήσει την απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά που δεν επικύρωσε την διαταγή που εξέδωσε η Εισαγγελέας Τζίβα για επικύρωση της απαγόρευσης εξόδου στον Βαγγέλη Μαρινάκη και τους άλλους που κατηγορεί.

Και επειδή δεν μπορεί εύκολα να κάνει κριτική με επιχειρήματα στην ουσία της υπόθεσης, που ήταν το εάν είναι «ύποπτος φυγής» ο Μαρινάκης, γιατί γνωρίζει ότι αυτό δεν ισχύει και η όλη κίνηση περισσότερο επιδίωκε να συντηρηθεί η εικόνα του «υπόδικου», διαλέγει να χτυπήσει τον πρόεδρο του δικαστικού συμβουλίου. Συνδυάζει το χειρισμό από τον τελευταίο μιας υπόθεσης άρσης απορρήτου του κινητού του Γιαννουσάκη, σε προηγούμενη φάση, και μια πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του κατά την οποία ο συγκεκριμένος δικαστικός απαλλάχτηκε, ανακαλύπτει μια χαμένη κατ’ αυτόν πειθαρχική δικογραφία (υποθέτουμε επειδή δεν του την έστειλαν με «ανώνυμη επιστολή») και μετά κάνει ένα άλμα και ασχολείται με την κ. Χρυσούλα Παρασκευά αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου που χειρίστηκε αυτό το πειθαρχικό.

Το τρομερό παράπτωμα της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου κατά τον Μάκη των διαπομπεύσεων και της κρυφής κάμερας, ήταν ότι βρέθηκε στον Πειραιά, μαζί με τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου σε γεύμα με όλο το δικαστικό  σώμα του Πειραιά. Υποθέτουμε ότι ο δαιμόνιος ρεπόρτερ αναφέρεται στην παρουσία του προέδρου και της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου στην… κοπή της πίττας του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, κάτι που προφανώς εντάσσεται στα αυτονόητα καθήκοντά τους.

Όμως, για τον Μάκη το «γεύμα» (τα εισαγωγικά δικά του) ήταν μήνυμα ότι έχει η συγκεκριμένη ανώτατη δικαστικός την εύνοια της ηγεσίας του Αρείου Πάγου (της οποία βέβαια ως αντιπρόεδρος είναι τμήμα) και άρα έχει και την κάλυψη ο πρόεδρος του δικαστικού συμβουλίου. Θεωρίες συνωμοσίας… από τα Lidl. Για να καταλήξει, μετά από όλα αυτά τα άσχετα θέματα, ότι ο συγκεκριμένος δικαστικός είναι «αποτελεί αναπόσπαστο κύτταρο του συστήματος εξουσίας το οποίο αναπτύχθηκε εδώ και χρόνια στο Λιμάνι με πλοκάμια σε όλους τους ζωτικούς χώρους».

Δηλαδή, το πραγματικό μήνυμα τέτοιων άρθρων είναι: όποιος δεν ακολουθεί ένα προκατασκευασμένο αφήγημα ή απλώς δεν αρέσει η απόφασή του στον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο απειλείται με διαπόμπευση και έκθεση. Τα ίδια είχε κάνει ο Τριανταφυλλόπουλος και για τον κ. πρόεδρο του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου στην υπόθεση «για την εγκληματική οργάνωση στο ποδόσφαιρο» κ. Σταμαδιανό. Θυμηθείτε τι έγραφε τότε και πώς τον στοχοποιούσε για τις απαλλακτικές του προτάσεις. Θυμηθείτε τις αναφορές του σε πειθαρχικό έλεγχο του συγκεκριμένου δικαστικού. Σήμερα, ο Άρειος Πάγος δικαίωσε αυτή την δικαστική κρίση, αλλά για τον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο είναι απλώς Σάββατο και έχει λιακάδα.

Η πραγματικότητα είναι απλή: το προκατασκευασμένο αφήγημα περί «εμπλοκής Μαρινάκη» προωθείται από έναν συγκεκριμένο μηχανισμό μέσα στο πολιτικό σύστημα και το δικαστικό σώμα. Υπαρκτό και ισχυρό μηχανισμό, αλλά στενό και όχι παντοδύναμο. Όπου μπορεί αυτός ο μηχανισμός να κινείται αυτοτελώς, μπορεί να συνεχίζει στην ίδια γραμμή με τις διώξεις έστω και χωρίς στοιχεία. Όπου, όμως, αυτός ο μηχανισμός συναντιέται με τον κύριο όγκο της δικαιοσύνης συναντά εμπόδια και δεν περπατάει. Η στοχοποίηση και απόπειρα διαπόμπευσης δικαστικών είναι στην πραγματικότητα μια προσπάθεια «προληπτικού πολέμου» ώστε να αντιμετωπιστεί αυτή η «εμπλοκή». Όμως, καθόλου δεδομένο δεν είναι ότι θα πετύχει…

ΥΓ. Ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος για να απαξιώσει τον συγκεκριμένο δικαστικό έσπευσε να υποστηρίξει ότι αυτός που ευθύνεται για την τελευταία μη χορήγηση άδειας στον Βασίλη Δημάκης. Μόνο που μέσα στην βιασύνη του πάλι τα μπέρδεψε. Για την τελευταία μη χορήγηση άδειας (την Παρασκευή 13/04) ευθύνεται το Συμβούλιο Φυλακών, με συμμετοχή εισαγγελέα. Ο συγκεκριμένος δικαστικός ευθύνεται για προηγούμενη απόρριψη ανάλογου αιτήματος του Δημάκη όταν έφτασε ως προσφυγή στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών πριν από μερικές μέρες. Κακώς, κατά τη γνώμη μου, όπως και κακώς, είχε απορρίψει παλαιότερα αίτημα αδείας του Δημήτρη Κουφοντίνα, όμως κι αυτές οι μικρές «ανακρίβειες» του Μάκη είναι δείγμα του τρόπου με τον οποίον κάνει δημοσιογραφία. Με το βλέμμα όχι στην αλήθεια αλλά στην «ατζέντα» που θέλει να εξυπηρετήσει.