Απόρριψη του αιτήματος της Εισαγγελέως κ. Τζίβα για απαγόρευση εξόδου για τον Βαγγέλη Μαρινάκη

Κάποιες φορές μιλά η δικαιοσύνη και όχι οι μεθοδεύσεις. Η ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά να μην επικυρώσει τη διάταξη που εξέδωσε προ ημερών η εισαγγελέας Πειραιά, Ειρήνη Τζίβα, με την οποία απαγορεύθηκε η έξοδος από τη χώρα για τον επιxειρηματία Βαγγέλη Μαρινάκη, είναι μια ένδειξη ότι η λογική των προκατασκευασμένων αφηγημάτων δεν έχει επεκταθεί σε όλο το δικαστικό σώμα.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Τελικά διαψεύστηκαν εκείνοι που είχαν επενδύσει στην απαγόρευση εξόδου από τη χώρα για τον Βαγγέλη Μαρινάκη για να συντηρήσουν το γνωστό προκατασκευασμένο αφήγημα για τη συσχέτισή του με την υπόθεση Noor-1.

Η απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά ήρθε να δείξει ότι αν μην τι άλλο η όλη εικόνα ενός «επικίνδυνου εγκληματία» δύσκολα περνάει. Έχει σημασία ότι όπως υπογραμμίζουν άνθρωποι με γνώση του χώρου της δικαιοσύνης το δικαστικό συμβούλιο με ένα αξιοσημείωτο σκεπτικό, επικαλούμενο πλούσια νομολογία ασχολήθηκε με όλο το φάσμα των θεμάτων και αποφάνθηκε ότι η εισαγγελική διάταξη δεν ήταν αιτιολογημένη ούτε ως προς τις αποχρώσες ενδείξεις ενοχής, ούτε ως προς τους λόγους δημοσίου συμφέροντος  για την έκδοση  ενός τέτοιου δικονομικού μέτρου και υπό αυτά τα δεδομένα δεν επικύρωσε την απαγόρευση εξόδου. Σημειώνουμε μάλιστα ότι αρνητική ήταν η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου και για τα άλλα τρία πρόσωπα (τον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της ναυτιλιακής εταιρείας Capital Νίκο Συντιχάκη, τον δικηγόρο Πειραιά Βαγγέλη Μπαϊρακτάρη και τον ναυτασφαλιστή Ηλία Τσακίρη) οι οποίοι ελέγχθηκαν από την εισαγγελέα.

Άλλωστε, ήταν γνωστό ότι επρόκειτο για ένα αίτημα που δεν είχε καμία σχέση με την πραγματική διερεύνηση της υπόθεσης ή την αποτροπή τυχόν φυγής. Ο Μαρινάκης είναι ούτως ή άλλως υποχρεωμένος να επισκέπτεται τακτικά αστυνομικό τμήμα εξαιτίας της εμπλοκής του στην υπόθεση της διαβόητης «εγκληματικής οργάνωσης για τα στημένα στο ποδόσφαιρο» (υπόθεση που κατέρρευσε επί της ουσίας μετά την πρόσφατη απόφαση του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου αλλά τυπικά δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη).

Απλώς, ο γνωστός μηχανισμός που μεθοδεύει την δικαστική ομηρεία του ήθελε το συμβολισμό της «απαγόρευσης εξόδου» και του «υπόπτου για φυγή», για να μπορεί να συνεχίσει να φτιάχνει κλίμα, με τη βοήθεια και των γνωστών «δημοσιογράφων σε διατεταγμένη υπηρεσία».

Όμως, φαίνεται ότι υπάρχουν μέσα στο δικαστικό σώμα αρκετοί δικαστικοί που έχουν σκοπό να κάτσουν να εξετάσουν τις πραγματικές διαστάσεις της υπόθεσης και να τηρήσουν βασικούς κανόνες που αρμόζουν σε ένα κράτος δικαίου, αντί να εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες και υπολογισμούς. Αυτό είναι κάτι που καλό είναι να το έχουν υπόψη τους εκείνοι που επιμένουν να αντιμετωπίζουν τη δικαιοσύνη με εργαλειακό τρόπο.

Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Σε αυτή την υπόθεση το διακύβευμα δεν αφορά την όποια ταλαιπωρία θα υποστεί ο Μαρινάκης μέχρι να αποδείξει την αθωότητά του. Το διακύβευμα είναι σε ποιο βαθμό θα συνεχιστεί να δίνεται σε εκπροσώπους της πολιτικής εξουσίας ή και του επιχειρηματικού κόσμου να εκμεταλλεύονται επιλεκτικές προσβάσεις που μπορεί να έχουν σε τμήμα του δικαστικού και διωκτικού μηχανισμού για να προωθούν πολιτικά και επιχειρηματικά σχέδια.

Θα το πω για άλλη μια φορά: Υπόθεση Noor-1 υπάρχει. Αυτή η αφορά την αναζήτηση των χρηματοδοτών του φορτίου για να μάθουμε ποιοι και πώς το οργάνωσαν. Για την υπόθεση αυτή δεν κάνει έρευνα η Εισαγγελέας Τζίβα, η οποία μάλιστα σύντομα θα πάει στην Καλαμάτα να αναλάβει τα νέα της καθήκοντα ως αντιεισαγγελέας Εφετών, μια που σε αυτή την υπόθεση είχαμε και το παράδοξο της επιμονής να παραμείνει σε μία θέση –και σε μία δικογραφία…– μια εισαγγελική λειτουργός η οποία στο μεταξύ είχε προαχθεί σε ανώτερη θέση και της είχαν ανατεθεί άλλα καθήκοντα. Για την υπόθεση αυτή διεξάγεται τακτική κύρια ανάκριση από άλλη αρμόδια εισαγγελέα που προτιμά να ασχολείται με τις πραγματικές διαστάσεις της υπόθεσης.

Στο πλαίσιο, αυτής της τακτικής ανάκρισης, που γίνεται από την Εισαγγελέα κ. Αλβανού, έχουμε μια σημαντική εξέλιξη. Συνελήφθηκε στην Τουρκία ο ένας από τους δύο Τούρκους χρηματοδότες του φορτίου του Noor-1. Γιατί σε αντίθεση με τα κατασκευασμένα αφηγήματα και την όλη μυθολογία υπάρχουν και πραγματικές διαστάσεις της υπόθεσης. Μέσα από την έρευνα των ελληνικών και ξένων διωκτικών αρχών ταυτοποιήθηκαν οι δύο Τούρκοι χρηματοδότες του φορτίου, ο Νάτσι Σερίφι Ζιντάστι και ο Φαρντίν Ριγκαμπάντι. Σε βάρος τους εκδόθηκε το Σεπτέμβριο του 2017 ένταλμα σύλληψης και πριν από λίγες μέρες συνελήφθη στην Τουρκία ο Ζιντάστι.

Τα στοιχεία των διωκτικών αρχών, ελληνικών και ξένων, δείχνουν ότι είναι τα πρόσωπα κλειδιά που μπορούν να εξηγήσουν τη συνολική διάσταση της υπόθεσης. Ο Ζιντάστι είχε συλληφθεί το 2007 για διακίνηση περίπου 70 κιλών ηρωίνης και το 2010 είχε –υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες– αποφυλακιστεί. Υπήρξαν μάλιστα υπόνοιες ότι δρούσε ως πράκτορας της αμερικανικής DEA. Μάλιστα την 26η Σεπτεμβρίου του 2014, τρεις μήνες μετά την κατάσχεση των δύο τόνων ηρωίνης στην Ελευσίνα, δολοφονήθηκε εν ψυχρώ σε προάστιο της Κωνσταντινούπολης η 19χρονη κόρη του, Αρζού, και ο 23 ετών οδηγός της.

Το 2016 ως ηθικός αυτουργός του διπλού φονικού συνελήφθη στο Βέλγιο και εκδόθηκε στην Τουρκία ο 46χρονος τουρκικής καταγωγής Βέλγος επιχειρηματίας Ορχάν Ουρμ. Αυτό θεωρήθηκε από τις διωκτικές αρχές ως ο τελικός παραλήπτης των δύο τόνων ηρωίνης και βρισκόταν στο επίκεντρο έρευνας της ολλανδικής αστυνομίας για μεταφορά ναρκωτικών και «ξέπλυμα» χρήματος. Φέρεται να διέταξε τη δολοφονία της 19χρονης Αρζού ως πράξη αντεκδίκησης, θεωρώντας τον πατέρα της υπεύθυνο για τη «διαρροή» της μεταφοράς των δύο τόνων ηρωίνης στις αρχές δίωξης ναρκωτικών ΗΠΑ και Ε.Ε. Η δολοφονία αυτή θεωρείται η πρώτη μιας σειράς «ανταποδοτικών» δολοφονιών που σχετίζονται με αυτή την υπόθεση.

Αυτές είναι οι πραγματικές διαστάσεις της υπόθεσης. Πουθενά στην έρευνα δεν γίνεται αναφορά σε έλληνα χρηματοδότη, ούτε στις σχετικές εκθέσεις ελληνικών και ξένων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης αυτής της αμερικανικής DEA. Αυτό είναι ένα «αφήγημα» που κατασκευάστηκε εκ των υστέρων.

Ούτε ισχύουν τα όσα γράφει ο πάλαι ποτέ σκιτσογράφος και νυν φέρελπις μυθιστοριογράφος Μάκης Τριανταφυλλόπουλος περί κατάθεσης Γιαννουσάκη που αναφέρεται σε Σέρβους ή στον Μαρινάκη. Η δεύτερη μυστική κατάθεση του Γιαννουσάκη το 2015 αναφέρεται στους Τούρκους χρηματοδότες της έρευνας και σε τίποτα άλλο.

Αυτά είναι τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης και της ανακριτικής έρευνας. Και σε αυτά όπως και στην αρχική έρευνα όπως και στην ακροαματική διαδικασία δεν υπάρχει καμιά αναφορά στον Μαρινάκη. Όλες οι αναφορές, όλα τα «στοιχεία» εκ των υστερών «προστέθηκαν» μέσα από έναν συγκεκριμένο μηχανισμό που αναπαρήγαγε μαζικά συγκεκριμένα δημοσιεύματα και «αποκαλύψεις», μόνο και μόνο για να εθίσει την κοινή γνώμη στο προκατασκευασμένο αφήγημα.

Η υπόθεση της δίωξης Μαρινάκη αφορά στην πραγματικότητα μια «δικογραφία ειδικού σκοπού» η οποία μάλιστα προετοιμάστηκε για σχεδόν 2 χρόνια αποκλειστικά και μόνο μέσα από συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης που φρόντισαν να εμπεδωθεί στην κοινή γνώμη η εικόνα μιας εμπλοκής του Μαρινάκη στην υπόθεση Noor-1.

Την ίδια στιγμή, στην ίδια την υπόθεση, που εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό, δεν υπήρξε καμία συσχέτιση της υπόθεσης με τον Μαρινάκη. Η υπόθεση ξεκίνησε με τα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα που ανακάτευαν στοιχεία από διαφορετικές δικογραφίες (ποιος θυμάται τις καταγραφές τηλεφωνημάτων που τη μία αποδείκνυαν «στημένα» και την άλλη «ναρκωτικά»;) και που συστηματικά, μέσα σε ένα τοξικό μίγμα ποδοσφαιρικών, επιχειρηματικών και πολιτικών ανταγωνισμών, εμπέδωσαν μια προκατασκευασμένη αφήγηση που τα αποτελέσματά της τα βλέπουμε και σήμερα.

Είναι σαφές ότι υπάρχει μια μερίδα μέσα στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με πρωτεργάτες τους υπουργούς Εθνικής Άμυνας και Δικαιοσύνης που επιδιώκει να συντηρήσει ως εκεί που δεν πάει αυτό το αφήγημα. Η μερίδα αυτή εκμεταλλεύεται το θεσμικό της ρόλο και τις διάφορες προσβάσεις που έχει είτε σε ανακριτικούς υπαλλήλους είτε στο δικαστικό σώμα για να συντηρεί τη μεθόδευση, ακόμη και παραβιάζοντας δικονομικούς κανόνες και συνολικά το κράτος δικαίου.

Στόχος, να φτιάξουν ένα πολιτικό σκιάχτρο, να αποφύγουν την αναμέτρηση με την πραγματική δυσκολία της πειστικής παρουσίασης μιας εικόνας «εξόδου από τα μνημόνια», να χτυπήσουν εξ επαγωγής την αξιωματική αντιπολίτευση.

Σε αυτό το πλαίσιο μέχρι τώρα έχουν χρησιμοποιηθεί όλα τα δυνατά μέσα. Προσπάθεια απόσπασης από καταδικασμένο ισοβίτη ενοχοποιητικής κατάθεσης για τον Μαρινάκη, με προσωπική προτροπή του υπουργού Εθνικής Άμυνας και προσωπικό ενδιαφέρον του υπουργού Δικαιοσύνης.

Άσκηση πίεσης με κάθε τρόπο στο συγκεκριμένο ισοβίτη από τον αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο αξιωματικό του Λιμενικού Σώματος, ο οποίος σε καταγραμμένη συνομιλία ακούγεται ρητά πότε να απειλεί, πότε να δηλώνει ότι υπάρχει σχετική γενναιοδωρία επιχειρηματιών εάν υπάρξει η σωστή κατάθεση και πότε να αναλύει το πολιτικό σκεπτικό για το χτύπημα της οικογένειας Μητσοτάκη. Άνοιγμα δικογραφιών που από αλλού ξεκινούν, για αλλού πηγαίνουν και αλλού καταλήγουν. Δικαστικούς λειτουργούς που καλούν υπόπτους να δώσουν εξηγήσεις για συγκεκριμένα αδικήματα και μετά τους ασκούν διώξεις για άλλα αδικήματα από αυτά για τους οποίους τους ζήτησαν εξηγήσεις και για τα οποία αδικήματα (περί ναρκωτικών) δεν είχαν κανονικά την τυπική αρμοδιότητα να διεξάγουν έρευνα εφόσον υπήρχε κανονική τακτική ανάκριση για την ίδια υπόθεση. Φροντίδα ώστε οι σχετικές κατηγορίες να είναι αρκούντως πλατιές και ευέλικτες ώστε η υπόθεση να πάει σε Ανακριτή Διαφθοράς για να υπάρχει και η ατμόσφαιρα «μαύρου χρήματος», «διαφθοράς» ως να μην έφτανε η κατηγορία περί ναρκωτικών. Κατευθυνόμενη «ερμηνεία» της διαρρεύσασας δικογραφίας (που προς το παρόν αποτελείται κατά βάση από ένα πόρισμα της οικονομικής αστυνομίας που καμία αναφορά δεν κάνει σε ναρκωτικά).

Και όλα αυτά όχι για να υπάρξουν καταδίκες. Αυτές ξέρουν πολύ καλά ότι δεν θα έρθουν γιατί κάποια στιγμή η μεθόδευση τελειώνει και έρχεται η αποδεικτική διαδικασία και εκεί ξέρουν ότι στοιχεία δεν έχουν. Όμως, στην όλη διαδικασία, στα δικαστικά συμβούλια, στα βουλεύματα, στις πιθανές αναιρέσεις κ.λπ., τα χρόνια θα έχουν περάσει και η ρετσινιά θα μένει.

Σε αυτό το φόντο η απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά ένα πρώτο, μικρό, όχι όμως ασήμαντο, σημάδι ελπίδας ότι τελικά μπορεί και να δουλεύουν οι θεσμοί.