Υπόθεση Σερένγκ: Η δικαστική διαμάχη που μπορεί να αλλάξει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο!

Η προσφυγή της άσημης Σερένγκ και της Doyen Sports (για τη Third-Party Ownership) και ο δικηγόρος του Μποσμάν τρομοκρατούν FIFA, UEFA και «απειλούν» να ανατρέψουν το παγκόσμιο μοντέλο ποδοσφαίρου. To10.gr γράφει για τη σημαντικότερη δικαστική υπόθεση των τελευταίων χρόνων, που εκδικάζεται στις 18 Ιανουαρίου.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Η Σερένγκ, μία άσημη και παγκοσμίως άγνωστη ομαδούλα από την Επαρχία της Λιέγης έχει προσφύγει από το 2015 στα βελγικά δικαστήρια, ως… μπροστινή της εταιρείας «Doyen Sports». Στόχος; Η άρση της απαγόρευσης στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο της «Third-Party Ownership» (σ.σ. Ιδιοκτησία Οικονομικών Δικαιωμάτων ποδοσφαιριστών από τρίτους). Τι είναι αυτό; Η δυνατότητα σε ατζέντηδες ή εταιρείες μάνατζερ να κατέχουν πλήρως τα δικαιώματα ενός ποδοσφαιριστή, χωρίς το κλαμπ για το οποίο παίζει να έχει λόγο.

Αυτό που κάνει εντύπωση στην υπόθεση της ημιερασιτεχνικής ομάδας από το Βέλγιο, είναι ο ρόλος που έχει παίξει η εν λόγω χώρα στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Κυρίως με την υπόθεση ενός άσημου Βέλγου ποδοσφαιριστή, του Ζαν-Μαρκ Μποσμάν. Η ιστορία γνωστή. Ο Μποσμάν ήταν παίκτης της βελγικής Λιρς (R.F.C. de Liège) και το συμβόλαιό του έληξε το 1990. Επιθυμούσε να αλλάξει ομάδα και να μεταγραφεί στη γαλλική Δουνκέρκη (USL Dunkerque). Εντούτοις, η Δουνκέρκη δεν πρόσφερε το ποσό της μεταγραφής που ζητούσε η Λιρς με αποτέλεσμα η τελευταία να αρνηθεί τη μεταγραφή και να ξεκινήσει η διασημότερη δικαστική υπόθεση στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Η μάχη, που κράτησε 5 χρόνια έβγαλε νικητή τον ποδοσφαιριστή. Η νίκη, που κρατήθηκε αν και εφεσιβλήθηκε από την UEFA, τη FIFA, ακόμα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν ήρθε χωρίς κόστος για τον Μποσμάν, ο οποίος ποτέ δεν επανήλθε. Ωστόσο, άλλαξε πλήρως την αγορά -και όχι μόνο την ποδοσφαιρική.

Δικηγόρος του Μποσμάν τότε ήταν ο Jean-Louis Dupont. Δικηγόροι της Σερένγκ στη νέα δικαστική διαμάχη είναι ο… Jean-Louis Dupont και ο Martin Hissel , οι νομικοί που έγιναν εφιάλτης της FIFA και της UEFA και σε άλλες ιστορικές υποθέσεις, πέραν του Μποσμάν, όπως η υπόθεση «Meca-Medina» και η νομική διαμάχη της G-14 κατά της Ευρωπαϊκής και Παγκόσμιας Ομοσπονδίας.

Στην αγωγή τους, η οποία κατατέθηκε την άνοιξη του 2015, Σερένγκ και Doyen Sports ζητούν αυστηρή ρύθμιση της «Third-Party Ownership» αντί για πλήρη απαγόρευση. Και αυτό διότι η FIFA της επέβαλλε απάνθρωπες κυρώσεις τον Σεπτέμβριο του 2015, για την παραβίαση των κανόνων της «Ιδιοκτησίας Οικονομικών Δικαιωμάτων ποδοσφαιριστών από τρίτους», απαγορεύοντας στους Βέλγους να μπορούν να αποκτούν ποδοσφαιριστές για τρεις μεταγραφικές περιόδους -τιμωρία που αφορά παίκτες από… 5 ετών – και παράλληλα της επέβαλε πρόστιμο ύψους 150.000 ελβετικών φράγκων. Με τις FIFA και UEFA να δικαιολογούν την απόφασή τους βασιζόμενοι σε μία σειρά δεοντολογικών ζητημάτων (περί δικαιωμάτων ανηλίκων ποδοσφαιριστών) και να επισημαίνουν ότι «η πρακτική της (TPO) υπονομεύει την αξιοπρέπεια του παίκτη και την ελευθερία των ίδιων των συλλόγων και θέτει σε κίνδυνο την ακεραιότητα του αθλητικού ανταγωνισμού».

Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

Η Σερένγκ, (11η στο ημιεπαγγελματικό πρωτάθλημα της Γ’ κατηγορίας του Βελγίου μετά από 16 παιχνίδια) ενεπλάκη, μεν, για ίδιον όφελος στην υπόθεση, λόγω της τιμωρίας που της επιβλήθηκε, ωστόσο δεν κόπτεται ιδιαιτέρως, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα δικά της αντικειμενικά συμφέροντα, για το αν θα κερδίσει τη δίκη. Ως μέρος της Doyen, όμως, τα οφέλη θα είναι πολλαπλά. Η εταιρεία μάνατζερ βρήκε μία ομάδα που τελεί υπό το καθεστώς της ποδοσφαιρικής ανωνυμίας διεθνώς (πρέπει να είσαι… βαθύ ψυχάκι για να τη γνωρίζεις) και τη χρησιμοποίησε ως δόλωμα.

Τους ατζέντηδες της Doyen δεν τους νοιάζει, στην έφεση που ασκήθηκε και εξετάζεται με ενδιαφέρον από το δικαστήριο, να νικήσει η Σερένγκ επί τούτου, αλλά να δημιουργηθεί ένα σοκαριστικό δεδικασμένο που θα μας κάνει να αλλάξουμε γνώμη για το αν υπήρχε αθωότητα στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο κάποτε. Σε περίπτωση που η Doyen κερδίσει, τότε αυτομάτως κάθε εταιρεία ατζέντηδων και κάθε ατζέντης, κάθε επιχειρηματίας θα μπορεί να «αγοράζει» στην πραγματικότητα έναν ποδοσφαιριστή, να είναι, δηλαδή, ο αληθινός σύλλογός του, εκείνος που η ομάδα που θέλει να τον έχει στη σύνθεσή της να απευθύνεται για να μπορέσει να τον αποκτήσει.

Και, βεβαίως, δεν πρόκειται μόνο για εταιρεία ατζέντηδων, αλλά για οποιαδήποτε εταιρεία, ακόμα και τράπεζα. Η εκδίκαση της υπόθεσης έχει οριστεί για τις 18 Ιανουαρίου και τα βλέμματα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου είναι στραμμένα στις Βρυξέλλες. Αν και η υπόθεση είναι ακόμα στην αρχή της και ενδεχομένως να μην υπάρξει άμεσα απόφαση. Ισως μάλιστα περάσουν και χρόνια, κάτι που συνέβη και στην περίπτωση του Μποσμάν, παρότι η κατάσταση τότε ήταν πιο ξεκάθαρη. Και αν ο Μποσμάν δεν αποζημιώθηκε και του κόστισε, η Σερένγκ δεν έχει τέτοια προβλήματα, ούτε ασφαλώς και η Doyen, που ρίχνει νερό στον εμπορικό ποδοσφαιρικό μύλο.

ΤΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Ούτως ή άλλως, αυτό δεν είναι κάτι ξένο στο ποδόσφαιρο. Μπορεί κάποιος να θυμηθεί το είδος της αυθαιρεσίας με το οποίο ο Κάρλος Τέβες πήγε στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2007, αφού έπαιξε ένα χρόνο στη Γουέστ Χαμ, η οποία δεν τον άφηνε να φύγει. Ο Τέβες και ο Χαβιέρ Μαστσεράνο, που έπαιξαν μαζί στη Γουέστ Χαμ, έχουν τα δικαιώματά τους σε ένα επενδυτικό ταμείο, στο οποίο ανήκει και ο εκπρόσωπος του Φελίπε Κουτίνιο, Κία Τζοραπτσιάν, ο οποίος, μάλιστα, βρήκε τον μπελά του από την άρνηση της Λίβερπουλ να αφήσει τον πελάτη του να πάει στην Μπαρτσελόνα το καλοκαίρι.

Η Doyen ισχυρίζεται ότι αυτή η απαγόρευση, το φράγμα που έθεσε το CAS, είναι ένα πλήγμα στην ελεύθερη καπιταλιστική οικονομία και τη διακίνηση των περιουσιακών στοιχείων. Το χρονικό διάστημα που συμβαίνει αυτό είναι κατάλληλο για να γίνει, μια και οι παίκτες μοιάζουν με περιουσιακά στοιχεία πιο πολύ από ποτέ, τείνουν περισσότερο στο να είναι επιχειρήσεις περισσότερο από πρόσωπα. Όπως γίνεται κατανοητό, μία τέτοια απόφαση αλλάζει άρδην το ποδοσφαιρικό τοπίο και, πιθανώς, αργότερα, το αθλητικό τοπίο και ενδεχομένως γενικώς τα εργασιακά.

Αλλο είναι η ικανότητα του Μίνο Ραϊόλα ως ατζέντη και το ποσοστό από μία μεταγραφή και άλλο να του ανήκει ολοκληρωτικά η επιχείρηση «Πολ Πογκμπά» και η επιχείρηση «Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς», τους οποίους έστειλε πακέτο το προηγούμενο καλοκαίρι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ο Ραϊόλα θα έπαυε να ήταν εκπρόσωπος και θα ήταν κάποιος που θα πουλούσε ένα περιουσιακό του στοιχείο. Αν και θα ήταν τραγικό ένα επενδυτικό ταμείο να βάλει… ενέχυρο έναν ποδοσφαιριστή σε μία τράπεζα, ενδεχομένως να είμαστε πιο κοντά από ό,τι πιστεύεται για να γίνει αυτό.

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ…

Η δικαστική προσφυγή της Σερένγκ, ωστόσο, αφορά και άλλα πράγματα. Πολύ πιο σημαντικά. Τα οποία εφόσον γίνουν δεκτά, μπορεί να αλλάξουν άρδην το σκηνικό στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Για παράδειγμα, η βελγική ομάδα ισχυρίζεται επίσης ότι υπάρχει περιθώριο αμφιβολιών για την αμεροληψία και την ανεξαρτησία του CAS (Αθλητικό Διαιτητικό Δικαστήριο με έδρα τη Λωζάνη), δεδομένου ότι ο οργανισμός βρίσκεται υπό την οικονομική και πολιτική επιρροή των διεθνών ομοσπονδιών (FIFA, UEFA, κλπ) του αθλητισμού. Επιπλέον, δεδομένου ότι εδρεύει στην Ελβετία, το CAS δεν χρειάζεται να εφαρμόζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρα αυτομάτως τίθεται σοβαρό ζήτημα.

Η Σερένγκ αντιτίθεται επίσης στην πειθαρχική εξουσία των διεθνών ομοσπονδιών, ιδιαίτερα όταν εφαρμόζουν κυρώσεις που δεν είναι μόνο επιβλαβείς για τους συλλόγους και τους υπευθύνους τους, αλλά και για αθώους τρίτους, όπως οι υπάλληλοι ή τα παιδιά στις ακαδημίες των ομάδων. Η βελγική ομάδα δεν μπορεί να εγγράψει ανηλίκους παίκτες στα τμήματα υποδομής της στη διάρκεια της απαγόρευσης, κάτι που – όπως σημειώνει το νομικό της επιτελείο- επηρεάζει συνολικά τον κοινωνικό ιστό της γύρω περιοχής.

Για όλους τους παραπάνω λόγους οι ενάγοντες ζήτησαν από το Εφετείο των Βρυξελλών να υποβάλει σειρά ερωτήσεων ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (CJEU), προκειμένου να επιλύσει αυτό το ζήτημα στο πλαίσιο των θεμελιωδών ελευθεριών που προστατεύει η ΕΕ (ελεύθερη διακίνηση προϊόντων, ανθρώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίου) και του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού.

Εάν το Εφετείο των Βρυξελλών παραπέμψει το ζήτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, τότε θα τεθεί υπό αμφισβήτηση η δυνατότητα των διεθνών ομοσπονδιών του ποδοσφαίρου να ρυθμίζουν όλες τις οικονομικές πτυχές του αθλήματος, να διαθέτουν ανεξάρτητο δικαστικό σύστημα και να εφαρμόζουν κυρώσεις κατά τρίτων. Η επιβίωση του μοντέλου της FIFA θα διακυβευόταν στο Λουξεμβούργο (έδρα του CJEU). Μία υπόθεση που θα μπορούσε να κάνει την υπόθεση Μποσμάν να φαντάζει… συναινετικό διαζύγιο και τίποτα σημαντικότερο. Καθώς θα μπορούσε να ανατρέψει όλα όσα ξέρουμε έως σήμερα για το ποδόσφαιρο και τον τρόπο λειτουργίας του. Ακραίο; Μπορεί. Απίθανο; Ούτε οι πλέον έγκριτοι νομικοί δεν βάζουν το χέρι τους στη φωτιά.